«Αυτό που ζούμε»
Αυτό που ζούμε. Αυτό που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα, είναι μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Αν θα μπορούσαμε να την έχουμε προβλέψει; Μάλλον όχι γιατί δεν περνούσε σαν σκέψη απ' το μυαλό μας. Ναι μεν οι συμπεριφορές μας ήταν τέτοιες που μάλλον οδηγούσαν σ' ένα αδιέξοδο, οι συμπεριφορές δηλαδή πολιτικών και πολιτών, αλλά την κατάσταση στην οποία έχουμε οδηγηθεί δεν θέλαμε να την αντιληφθούμε. Ούτε καν όταν άρχισε πριν δυο χρόνια να διαφαίνεται πως η Ελλάδα μας, η χώρα μας, γίνεται το επίκεντρο της Ευρώπης εξ αιτίας της οικονομικής της αδυναμίας, δεν θέλαμε να πιστέψουμε πως θα φτάσουμε εδώ που αυτή τη στιγμή είμαστε: στο Μνημόνιο 2, στην πλήρη κατάρρευση της οικονομίας μας αλλά και στην κατάρρευση του πολιτικού μας συστήματος.
«Κανείς δεν είχε προβλέψει αυτό που θα γινόταν τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα. Αυτό που κάποιοι είχαμε προβλέψει είναι ότι πολλές από τις συμπεριφορές μας ήταν αδιέξοδες. Και οι συμπεριφορές οι δικές μας και οι συμπεριφορές του πολιτικού μας συστήματος. Δηλαδή όταν έβλεπες ότι υπήρχε μια άγονη συμπεριφορά των πολιτικών που στην καλύτερη περίπτωση ήταν εκτός πραγματικότητας και στη χειρότερη ήταν κλέφτες, καταλάβαινες ότι κάπου θα μας οδηγούσε αυτό το πράγμα. Το ότι θα μας οδηγούσε ακριβώς, δεν το ξέραμε. Ξέραμε ότι είμαστε μπροστά σε ένα αδιέξοδο» λέει ο δημοσιογράφος, γνωστός από τους τηλεοπτικούς του «Πρωταγωνιστές» αλλά και τους «Άλλους Πρωταγωνιστές» των «Νέων», Σταύρος Θεοδωράκης.
«Όλοι έχουμε ευθύνη γι' αυτό που ζούμε. Άλλοτε δεν μιλήσαμε, άλλοτε κλείσαμε τα μάτια μας, βουλώσαμε τα αφτιά μας. Και συνέβησαν πράγματα δραματικά. Αυτή τη στιγμή είμαστε στην βροχή και κάποιοι από μας, μάλλον πολλοί, μπορεί και να κλαίμε» τονίζει με εύσχημο τρόπο ο γνωστός σκιτσογράφος της εφημερίδας «Νέα», Δημήτρης Χαντζόπουλος.
Ένας δημοσιογράφος κι ένας σκιτσογράφος, συναντιούνται στις σελίδες ενός βιβλίου και ο καθένας με τον μοναδικό δικό του τρόπο καταγράφει αυτό που ζήσαμε τα τελευταία δυο χρόνια, αυτό που ζούμε σήμερα. Τα κείμενα του δημοσιογράφου και τα λιτά σε λέξεις μα τόσο εύστοχα σκίτσα του σκιτσογράφου, «παντρεύονται» σε μια επίκαιρη καταγραφή των γεγονότων που σημαδεύουν και πληγώνουν την Ελλάδα το τελευταίο διάστημα.
«Ο δημοσιογράφος πολλές φορές λέει πολλά λόγια για να αντικαταστήσει ένα σκίτσο ή μια εικόνα. Ο σκιτσογράφος έχει την άδεια όλων, να συμπεριφέρεται και με μια υπερβολή. Είναι ο τρελός του χωριού ο σκιτσογράφος, που μπορεί να λέει μια κουβέντα την οποία ο δημοσιογράφος πολλές φορές διστάζει να την πει. Κατά αυτή την έννοια, είναι πολύτιμη η συμβολή του Δημήτρη Χατζόπουλου σε αυτό το βιβλίο» λέει ο Σταύρος Θεοδωράκης, προσθέτοντας: «Είναι ένα βιβλίο για τα ωραία και τα άσχημα που ζήσαμε τα τελευταία δύο χρόνια. Εγώ έχω γράψει τα κείμενα, ο Δημήτρης Χατζόπουλος έχει κάνει τα σκίτσα και είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο με την έννοια ότι προσπαθούμε να δούμε τα ατοπήματα αυτής της κοινωνίας, τα ατοπήματα όλων, των πολιτικών, των δημοσιογράφων, των συνδικαλιστών, των πολιτών. Μήπως και αλλάξουμε ρότα ή αν κάποιοι από εμάς δεν θέλουν να αλλάξουν ρότα μήπως οι υπόλοιποι τους πείσουμε να αλλάξουν ρότα».
Ένα βιβλίο που αποτελεί τη βάση για κουβέντα, για προβληματισμό, για αυτοκριτική, για δράση. Δράση ατομική και συλλογική.
Το βιβλίο «Αυτό που ζούμε» των Σταύρου Θεοδωράκη και Δημήτρη Χαντζόπουλου, παρουσιάστηκε στο Ρέθυμνο το Σάββατο το απόγευμα, από τις εκδόσεις «Ποταμός» που εκπροσωπήθηκαν από τον Κώστα Παπαδόπουλο. Η μεγάλη συμμετοχή του κόσμου είναι δείγμα επιθυμίας του να ακούσει, να συζητήσει, να καυτηριάσει, να καταθέσει τις απόψεις του γιατί φτάσαμε σ' αυτό που ζούμε σήμερα, να εκφράσει τους προβληματισμούς του, να καταθέσει προτάσεις για το τι μπορούμε να κάνουμε στο εξής για ν' αλλάξουμε αυτήν τη δυσάρεστη κατάσταση που ζούμε. Να αναζητήσουμε, μέσα του καθένας μας, τις δικές μας ευθύνες, να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως αυτό που εξέφρασε μια νεαρή Ρεθυμνιώτισσα που ζούσε χρόνια στην Ολλανδία: «Γιατί οι Έλληνες όταν ζούμε σε μια άλλη χώρα πηγαίνουμε πρώτοι στη δουλειά, φεύγουμε τελευταίοι, μας επιβραβεύουν για την πρόοδό μας, σεβόμαστε το περιβάλλον, σεβόμαστε τον διπλανό μας, σεβόμαστε τους νόμους, κι όταν επιστρέφουμε στην Ελλάδα, γινόμαστε χαλαροί, μας αφομοιώνει ένα άλλο σύστημα, θέλουμε να πληρωνόμαστε καλά αλλά να δουλεύουμε λιγότερο, χωρίς να νοιαζόμαστε ιδιαίτερα για τίποτα περισσότερο από το να αποκτήσουμε χρήματα και να κάνουμε καλή ζωή».
Στην κατάμεστη αίθουσα του Ωδείου, η βιβλιοπαρουσίαση ήταν μια καλή ευκαιρία για να γίνει διάλογος μεταξύ των δημιουργών του «Αυτό που ζούμε» και του ακροατηρίου που κατέθεσε την αγωνία του για το σήμερα και τον φόβο του για το αύριο. Κοινή διαπίστωση πάντως είναι, ότι οι Ρεθυμνιώτες έχουν αντιληφθεί πως η οικονομία του τόπου τους, τα πολλά τελευταία χρόνια στεκόταν σε γυάλινα πόδια. Και όπως τόνισε ο εκδότης των «Ρ.Ν.» Μανώλης Χαλκιαδάκης, ο οποίος πέραν του γεγονότος ότι προλόγισε το βιβλίο και τους δημιουργούς του όπως και ο μουσικός Ross Daly, συντόνιζε και την συζήτηση που έγινε στη συνέχεια μεταξύ Σ. Θεοδωράκη, Δ. Χαντζόπουλου και κοινού, η περίπτωση της χώρας δεν είναι διαφορετική απ' αυτή του Ρεθύμνου. Η χώρα, χωρίς να παράγει, χωρίς να έχει αναπτυξιακό μπούσουλα, είχε αρκεστεί για πολλά χρόνια να ζει με δανεικά χρήματα.
«Ένα βιβλίο που περιέχει σπαράγματα
της δουλειάς των δημιουργών του»
«Αν αναζητάτε πολλές από τις αιτίες που οδήγησαν σ' αυτό «που ζούμε σήμερα», τις συνθήκες και τους λόγους που το διαμόρφωσαν, σας προτείνω το βιβλίο: θα εντοπίσετε σίγουρα πράγματα που θα σας αγγίξουν -πράγματα που οι ίδιοι κουβεντιάζετε-κουβεντιάζουμε καθημερινά- αλλά και άλλα, που δεν σας πέρασαν ποτέ απ' το μυαλό» είπε απευθυνόμενος στο κοινό ο εκδότης των «Ρ.Ν.» Μανώλης Χαλκιαδάκης, που μίλησε για τους δυο δημιουργούς του βιβλίου, τον Σταύρο Θεοδωράκη που γνωρίζει μέσα από τις εκπομπές του και τον Δημήτρη Χαντζόπουλο με τον οποίο για χρόνια συνδέεται φιλικά, για το περιεχόμενο του «Αυτό που ζούμε» και τα μηνύματά του, όπως ο ίδιος τα εισέπραξε διαβάζοντάς το.
Ειδικότερα, ο κ. Χαλκιαδάκης, ανοίγοντας την εκδήλωση, είπε:
* Όπως και πολλοί φαντάζομαι και από εσάς, γνώρισα τον Σταύρο Θεοδωράκη μέσα από τη δουλειά του, παρακολουθώντας τις συνομιλίες του με τους «Πρωταγωνιστές» στη δημόσια τηλεόραση, αρκετά χρόνια πριν. Εξακολουθώ και σήμερα να παρακολουθώ τη δουλειά του με ενδιαφέρον γιατί συνεχίζει να μου δίνει την αίσθηση ότι ο ίδιος ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία που ζούμε. Όχι στην επιφάνεια, αλλά στο βάθος της. Σηκώνει συχνά την κουίντα για να φωτίσει τα αθέατα -όχι για να εκθέσει, αλλά για να αναδείξει. Με σεβασμό, με προσοχή, χωρίς να «τα ξέρει όλα». Χωρίς να πρωταγωνιστεί περισσότερο από τους πρωταγωνιστές του.
Μ' αρέσει επίσης ο τρόπος που χρησιμοποιεί για να αναδείξει το κοινωνικό ζήτημα μέσα από την ατομική περίπτωση. Και νομίζω ότι έχουμε ανάγκη αυτόν τον ευαίσθητο και διεισδυτικό λόγο του, που διεκδικεί επίμονα να είναι πολιτικός -χωρίς να αφήνει περιθώρια για κομματική αξιοποίηση.
Διαβάζοντας τα πενήντα και πλέον κείμενά του που δημοσιεύονται στο παρόν βιβλίο, ακούω την ίδια πολιτικά επίμονη φωνή. Που διεκδικεί έναν άλλο πολιτισμό για τη χώρα, μιαν αλλαγή Παραδείγματος στο επίπεδο της νοοτροπίας κι όχι μόνο σε αυτό της πολιτικής.
Μια φωνή που επιμένει πως πρέπει να πάψουμε να λέμε μόνο αυτά που θέλουμε να ακούμε, και στη συνέχεια να τα πιστεύουμε κιόλας.
Δίνει συχνά τη μάχη για το αυτονόητο -για την κοινή λογική, την τόσο συχνά απούσα από ποικίλες πολιτικές πρακτικές. Και όχι μόνο.
Στα κείμενά του, είναι φανερός ο θυμός του γι' αυτό που συμβαίνει, εδώ και χρόνια, στη χώρα. Για τις γενικεύσεις μας, τον ωχαδερφισμό μας, την στοιχειώδη έλλειψη αυτογνωσίας. Είναι φανερή πιστεύω, η πεποίθησή του, ότι καμιά πραγματική μεταβολή δεν πρόκειται να συντελεστεί, επειδή κάποια στιγμή θα εμφανιστούν νέοι σωτήρες. Ο Θεοδωράκης, όπως τον διαβάζω, -είναι εδώ άλλωστε για να μας το επιβεβαιώσει ή όχι- πιστεύει ότι η πραγματική μεταβολή δεν μπορεί να επέλθει αν δεν πληρούνται οι δυο ικανές και αναγκαίες προϋποθέσεις: στοιχειώδης αυτογνωσία και συλλογική προσπάθεια.
Θα έλεγα, τελειώνοντας, ότι η ματιά του Σταύρου προσπαθεί να μένει ψύχραιμη -και το πετυχαίνει- χωρίς να γίνεται ψυχρή. Χωρίς να στρέφεται στα πεδία της θεωρητικής ανάλυσης, έχει μια σταθερή έγνοια για την ανθρώπινη κατάσταση -και το πώς αυτή μπορεί πραγματικά να μεταβληθεί.
* Για το Δημήτρη Χαντζόπουλο δεν μπορώ να μιλήσω με τον ίδιο τρόπο: τα τελευταία χρόνια έχουμε μιλήσει πολύ, έχουμε ανταλλάξει σκέψεις, προτάσεις, ιδέες, ανησυχίες και προβληματισμούς. Ξέρω πως σκέφτεται και τι τον απασχολεί.
Όμως δεν θα σας μιλήσω απόψε γι' αυτόν: θα σας μιλήσω για τον Δημήτρη Χαντζόπουλο, τον σκιτσογράφο των «Νέων», τον σχολιαστή της επικαιρότητας. Κι ας στερούμαι στοιχειώδους αντικειμενικότητας ...;
Ρωτά σ' ένα από τα σκίτσα του που περιέχονται στο βιβλίο:
- Πέμπτη δόση βρήκατε;
- Βρήκαμε αλλά ...;
- Αλλά τι; ξαναρωτά η φωνή.
- Δεν βρίσκουμε ...; φλέβα!
Η δουλειά του Δημήτρη δεν έχει πολλές κουβέντες. Έχει ελάχιστες -τόσες όσες είναι απαραίτητες ώστε τα σκίτσα του να γίνουν μικρά δηλητηριώδη βέλη. Να αφυπνίσουν, να προκαλέσουν, να διεγείρουν ...;
Ο Δημήτρης εχθρεύεται τη βλακεία. Και την έπαρση. Εχθρεύεται τους μηχανισμούς της εξουσίας που λειτουργούν προς ίδιον όφελος. Τα φαντάσματά που εξακολουθούν πεισματικά να στοιχειώνουν αυτό που ζούμε: και γύρω μας αλλά και εντός μας.
Μήπως και τα αμφισβητήσουμε και ταρακουνηθούμε.
Μήπως και αναλάβουμε τις ευθύνες μας -αυτές που και σε εμάς αναλογούν.
Ο Χαντζόπουλος δεν είναι εύκολος γελοιογράφος: τα σκίτσα του χρειάζονται συχνά δεύτερη και τρίτη ανάγνωση.
Και το χιούμορ τους είναι ενίοτε πικρό. Και πονάει. Τα σκίτσα του, μέσα σε πέντε γραμμές, αποτυπώνουν συχνά όψεις της σημερινής Ελλάδας: των υπερβολών μας, της έλλειψης συνεννόησης, των εμμονών μας, της υποκρισίας μας, των αγκυλώσεών μας ...;Της παθογένειάς μας.
- «Τι θα πάρετε;» με ρωτά ο Σεφ.
-«Κοτόπουλο Βιστωνίδος» του απαντώ.
- «Ήθος ή Πούτιν» με ξαναρωτά.
- «Πούτιν» του λέω.
Και αφού έφαγα του σκασμού έλυσα της ζώνη της Παναγίας που με έσφιγγε και φόρεσα κάτι τιράντες του Ιησού...
Ο Δημήτρης είναι ο καυστικός σχολιογράφος της επικαιρότητας. Με το πενάκι του θέτει ερωτήματα, δεν προτείνει λύσεις. Επιχειρεί να αναδείξει εκείνα, τα οποία κατά την κρίση του επιβάλλεται να σχολιαστούν και αξίζουν να μας κάνουν να αναρωτηθούμε.
Και αυτό το κάνει με τρόπο μοναδικό.
Με τον Δημήτρη -εγώ δεν γελάω. Μειδιώ. Συχνότατα δε πικραίνομαι. Γιατί ο Δημήτρης με κάνει να σκεφτώ, να δω πράγματα που δεν είχαν καν περάσει από το νου μου.Να προβληματιστώ.
- Αν ήταν το πουλί βιολί ...; θα ήταν αλλιώς και το έμβλημα της χούντας!
- Πως σου ήρθε πάλι αυτό;
- Στο ξαφνικό! -Εκεί που σκεφτόμουν κάτι εξευγενισμένους φασίστες!
Ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Δημήτρης Χαντζόπουλος κυκλοφόρησαν ένα βιβλίο που περιέχει σπαράγματα της δουλειάς τους την περίοδο 2010-2011, την τόσο μακρινή και ταυτόχρονα τόσο κοντινή. Κείμενα και σκίτσα που αναρτήθηκαν στο ιστότοπο protagon.gr και δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Τα Νέα». Σας το προτείνω, γιατί θα σας δώσει την ευκαιρία να μοιραστείτε σκέψεις που προσωπικά, βρίσκω ενδιαφέρουσες. Να κοιτάξετε μέσα από το πρίσμα δυο ανθρώπων που είναι οι ίδιοι ενδιαφέροντες -όχι επειδή είναι επώνυμοι και επαγγελματικά καταξιωμένοι- αλλά επειδή εκφέρουν έναν δημόσιο λόγο, καθαρό και συμβάλουν σε μιαν ουσιαστική δημόσια συζήτηση, έναν επί της ουσίας προβληματισμό. Αφήνοντας πίσω κοινοτυπίες, αυταπάτες και στερεότυπα, ανιχνεύουν συνειδητά, με το δικό του τρόπο και μέσο ο καθένας, αλλά πάντως με κοινή ευαισθησία και ειλικρίνεια, τους δρόμους προς αυτό που θα άξιζε πράγματι να ζούμε», κατέληξε ο κ. Χαλκιαδάκης.
Δ. Χαντζόπουλος:
Περνάμε ένα ζόρι. Η χώρα μας, η πόλη μας, οι άνθρωποί της. Πολλές φορές στις εφημερίδες όταν θέλουν να κάνουν κάτι αλλά δεν θέλουν να θίξουν κανέναν, πέραν του ότι βάζουν το τρελό του χωριού να το κάνει -αλλά ο τρελός μπορεί να έχει σαλτάρει καμιά φορά και πρέπει να τον μαζέψουνε. Του λένε π.χ. «Δημητράκη κάνε έτσι λιγάκι τέχνη, κάτι αφηρημένο να μην εκτεθούμε. Και ο Δημητράκης κάνει τέχνη. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν πολλές φορές οι άνθρωποι, είναι ότι η τέχνη είναι πολύ πιο επικίνδυνο μαχαίρι από το να μίλαγες στα ίσια. Και θα φέρω ένα παράδειγμα. Ένας εξαίρετος Τούρκος σκηνοθέτης έχει κάνει ένα έργο που λέγεται «Οι τρεις πίθηκοι»:
Ένας πολιτικός κάνει ένα παράπτωμα και για να μην το χρεωθεί παρακαλεί τον οδηγό του να το πάρει πάνω του μαζί και τις συνέπειές του. Δηλαδή να φυλακιστεί και ως αντάλλαγμα, μόλις βγει από τη φυλακή, ο πολιτικός θα του δώσει ένα μεγάλο ποσό. Είναι φτωχός ο οδηγός, έχει γυναίκα κι ένα 25χρονο γιο, δέχεται, μπαίνει στη φυλακή.
Ύστερα από λίγο καιρό, η μητέρα λέει στον γιο τους μήπως θα 'ταν καλά να παίρνανε μια προκαταβολή από τον πολιτικό και να πηγαίνανε στην φυλακή να δούνε τον μπαμπά. Εκείνος δέχτηκε, πήγε η μαμά, όμορφη γυναίκα, στον πολιτικό, εκείνου του γυάλισε, κολακεύτηκε εκείνη, βρέθηκαν στο κρεβάτι. Την σκηνή την είδε ο γιος. Πέρασε ο καιρός και ο 25χρονος πήγε να πάρει με το αυτοκίνητο τον πατέρα του. Τον παραλαμβάνει, ο πατέρας ρωτά που βρήκε τα λεφτά για το αυτοκίνητο, ο γιος του εξήγησε, ο πατέρας καταλαβαίνει το όλο σκηνικό, γυρνάει στο σπίτι γίνεται μια σύγκρουση με την γυναίκα του και το έργο τελειώνει με την εξής παράσταση: Ο πατέρας βρίσκεται στην ταράτσα ενός κτιρίου στην Κωνσταντινούπολη. Κοιτά απελπισμένος, ψηλά, τον ουρανό που έχει «ανοίξει» και βρέχει ασταμάτητα.
Τα νερά, πέφτουν και φαίνεται σα να 'ναι το κλάμα του γι' αυτό που του συνέβη. Αυτό πιστεύω ότι γίνεται στη χώρα μας. Όλοι μας, άλλοτε δεν μιλήσαμε, άλλοτε κλείσαμε τα μάτια μας, βουλώσαμε τα αφτιά μας. Και συνέβησαν πράγματα δυσάρεστα. Αυτή τη στιγμή είμαστε στη βροχή. Και κάποιοι από μας κλαίμε.
Σ. Θεοδωράκης:
Νομίζω ότι έχουμε πολλά περιθώρια να ανακαλύψουμε μαζί τη λύση για αυτή τη χώρα. Έχω μια πολύ μεγάλη αντίθεση με τους συναδέλφους μου δημοσιογράφους, με τους ανθρώπους που είναι στα κανάλια. Πιστεύουν ότι η λύση θα έρθει από ψηλά ή θα έρθει από κάποια κομματικά επιτελεία. Εγώ, μετά από τόσα χρόνια δεν πιστεύω ότι θα έρθει από ψηλά ούτε από τα κομματικά επιτελεία, πιστεύω ότι η λύση υπάρχει μέσα στον κόσμο. Γι' αυτό βασανίζομαι και προσπαθώ να γράψω κάποια πράγματα, διότι πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να δοθεί μια απάντηση από τον κόσμο. Η παλιά λύση, να ακολουθούμε ως πρόβατα τους πολιτικούς, έχει οδηγήσει σ' ένα απόλυτο αδιέξοδο. Πιστεύω ότι χρειάζεται μια νέα πορεία με τον κόσμο μπροστά. Η νέα πορεία επιβάλλει ότι θα έχουμε συζητήσει λίγο παραπάνω αυτό που ζούμε, θα έχουμε συζητήσει λίγο παραπάνω για τα προβλήματά μας και θα έχουμε αποφασίσει τι θέλουμε. Η εκτίμησή μου είναι ότι παρά τις κραυγές εδώ και δυόμισι χρόνια, δεν έχουμε συζητήσει τα βασικά. Η πεποίθησή μου είναι ότι μπορεί να γίνει. Η κοινή μας ανάγκη είναι να βγούμε από αυτό το πηγάδι που έχουμε πέσει και δεν θα βγούμε αν δεν μιλήσουμε και δεν αποφασίσουμε να αλλάξουμε την πορεία, ο καθένας μόνος του και μετά όλοι μαζί.
«Το βιβλίο μας βοηθά να μπούμε στη διαδικασία ανάλυσης και αυτογνωσίας»
Προλογίζοντας το βιβλίο, ο γνωστός μουσικός Ross Daly, παρατήρησε ότι το περιεχόμενό του είναι για τον αναγνώστη ένα εργαλείο που τον βοηθά να μπει στη διαδικασία της ανάλυσης και της αυτογνωσίας, στοιχεία που είναι απαραίτητα για να προχωρήσουμε παραπέρα ως κοινωνία, καυτηριάζοντας το σημερινό πολιτικό σύστημα της χώρας.
Ειδικότερα, ο κ. Daly είπε:
«Αυτά που έχει γράψει δεν χρειάζονται ανάλυση ιδιαίτερη. Μας φαίνονται αρκετά οικεία, αφού μοιάζουν πολύ με σκέψεις που όλοι έχουμε κάνει σχετικά με αυτό που ζούμε, μόνο που συνήθως έρχεται κάποιος ειδικός ή αρμόδιος και απορρίπτει όλα αυτά που έχουμε σκεφτεί εμείς, λέγοντας χαρακτηριστικά τι μιλάτε εσείς αφού δεν ξέρετε, και διάφορα άλλα περιφρονητικά και απαξιωτικά.
Η αλήθεια είναι ότι εμείς, οι απλοί πολίτες, δεν ξέρουμε πολλά από όλα αυτά τα διάφορα φαινόμενα που μας έφεραν εδώ που μας έφεραν. Έχουμε όμως κοινή λογική και λίγο ένστικτο που όπως φαίνεται δεν μας οδήγησαν σε πολύ λανθασμένες προβλέψεις και άστοχα συμπεράσματα. Βέβαια ενδεχομένως κανένας από εμάς δεν ξέρει πως λειτουργούν τα hedge funds και άλλα τέτοια όπως το PSI, τι ακριβώς σημαίνει η χρεοκοπία και ποιες είναι οι αγορές σε μας όλους που δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα και δεν ξέρουμε πως λειτουργούνε. Αλλά τουλάχιστον ξέρουμε ότι αυτές οι αγορές, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που εμείς ονομάζουμε αγορές και βέβαια το χειρότερο είναι ότι ξέρουμε επίσης ότι σε αυτές τις υποτιθέμενες αγορές καταργείται με τον πιο βάναυσο τρόπο κάθε έννοια της δημοκρατίας, υποβαθμίζονται ολόκληρες χώρες, ολόκληρες κατηγορίες ανθρώπων, εν ονόματι του κέρδους. Ένα κέρδος που υφίσταται για μια μικρή ομάδα ανθρώπων και το μόνο που βλέπουμε εμείς είναι οι μαριονέτες τους, τα πιόνια τους, δηλαδή οι πολιτικοί ηγέτες.
Αλήθεια για ποια κρίση μιλάνε αυτοί με τις βίλες, τις πισίνες και τους ανέγγιχτους παχουλούς μισθούς, όταν ο μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει ένα ποσό της τάξης του 1 εκ. ευρώ, ενώ αυτοί δεν μπορούν να κατανοήσουν το ποσόν των 300-500 ευρώ του μισθού που μας προτείνουνε. Με το ταλέντο, τη γνώση και την εμπειρία του δημοσιογράφου, ο Σταύρος επισημαίνει πολλά από αυτά τα πράγματα, πιο καλά από κάποιον σαν εμένα. Στο βιβλίο τους, μου έκανε ιδιαίτερη θετική εντύπωση ότι κάνουν εύστοχη κριτική για όλους και σε σωστές αναλογίες. Εντοπίζουν με οξυδέρκεια τις αντιφάσεις και τα ψέματα της πολιτικής εξουσίας και των συνδικαλιστών, αλλά επίσης και τους παραλογισμούς που πηγάζουν από άγνοια, συνήθως των φοιτητικών κινημάτων ακόμα.
Ποια είναι η λύση; Δεν ξέρω, νομίζω όμως ότι το μόνο που μπορώ να υποθέσω και να προτείνω είναι ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να γίνουν μεγάλες και ριζικές αλλαγές σε ολόκληρο το πολιτικό, το οικονομικό το κοινωνικό σύστημα. Κάθε βράδυ βλέπω τα ίδια πρόσωπα, τους ίδιους ανθρώπους που εν πολλοίς δημιούργησαν τα προβλήματα που ζούμε σήμερα και βλέπω και άλλους που προσπαθούν να τα λύσουν. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν φύγουν όλοι αυτοί από τη μέση και δεν έρθουν νέοι άνθρωποι με νέες ιδέες, νέες προοπτικές.
Σας προτείνω να διαβάσετε το βιβλίο των Στ. Θεοδωράκη και Δημ. Χαντζόπουλου, όχι μόνο επειδή είναι καλό βιβλίο αλλά επειδή πιστεύω ότι πολλοί από εσάς θα βρείτε μέσα πράγματα που έχετε σκεφτεί οι ίδιοι και είναι ένα πολύ θετικό και πολύτιμο εργαλείο για τον καθένα ξεχωριστά που ζει στην Ελλάδα. Θα βοηθήσει όλους εμάς, να μπούμε σε μια διαδικασία ανάλυσης και αυτογνωσίας. Δεν μπορεί να πάει κανείς παρακάτω αν δεν μπει σε αυτή τη διαδικασία».
RSS Feed για αυτό το θέμα
Το σχόλιο σας